Название: Ο Σινάνης: Κωμωδία εις πέντε πράξεις
Автор: Demetrios Konstantinou Vyzantios
Издательство: Public Domain
Жанр: Драматургия
isbn:
isbn:
ΣΚΗΝΗ ΙΓ'
Ο Ροδάνης μόνος
Ροδ. [καθ' εαυτόν] Καλέ γλέπετεν μια βολά του διαβόντρου το γέρω Σινάνη που θε να παντρευτή, και γυρεύγει και νια, και γυαλιστήρα κι αρχόντισσα; για τα γαρούφαλα τον έχω … κ' ίντα όμορφα που θα του τα φορεί!!! έν ηξέρω πού να του βρω καμμιά που να του φα και το βιος, να του πιπιλήση και το νου!!! τούτος κουζουλλάθηκεν, πρέπει ν' άναι και ογδόντα εννιά χρονώ … ε γλέπετεν; γυρεύγει και μπογιά να βάψη τα μουστάκια του … εδώ 'ναι δουλειά να φα κανείς όσα θε, μα που να του τη βρη; πάγω άματις να γυρίσω μια βόλτα, μπα και λάχει στη σόρτε μου καμμιά λουλούδα … έλα Χριστάκι μου, ν' ανοίξ' η σόρτε των παιδιώ μου. (αναχωρεί.)
ΠΡΑΞΙΣ Β'
ΣΚΗΝΗ Α'
(Η Ανθή εξυπνώσα από τον ύπνον περί την μεσημβρίαν· έπειτα η Χάιδω.)
Ανθ. (Καθ' εαυτήν· ξύουσα ενίοτε την κεφαλήν, και ενίοτε το σώμα της·) Ω καϊμένη εγώ… μεσημέρι γένηκε.. για τούτο πείνασα… και τι να φάγω σήμερα; παραδάκι δε φυσώ… πώς θα γένει το χάλι μου δεν μπορώ να καταλάβω… καταχρεωστώ τον κόσμον… δεν μ' έμεινε άλλο τίποτε, ειμή μόνον αυτό το ρημάδι το σπήτι… αν το πουλήσω και αυτό, θα έλθω ίσια ίσια με το χρέος μου, και ίσως δεν θα με φθάση… έπειτα το κακόν είναι, που δεν το ορίζω μονάχη μου, είναι το μισό εκείνης της καρακάξας της αδελφής μου, και πού να στρέξη εκείνη να το πουλήσουμε; (συλλογίζεται ολίγον) ε… ό,τι γέν' ας γένη… θα σκάσω τώρα; εγώ δύω ώραις να τα συλλογισθώ αυτά, χτικιάζω και ξεμπερδεύω· τη δουλειά μου… το ζεύκι μου… τοις μόδαις μου… κ' έννοια μου· ότι θέλ' η τύχη μου ας κάμη… έπειτα μήπως με γυρεύει και κανείς πλούσιος να παντρευτώ, για ν' αλωνίζω όπως θέλω, και να μην τραβώ αυτά τα βάσανα; με τρογυρίζουν κάτι ψειριδινδίνιδες με ταις μόδαις τους, κ' είναι κι' εκείνοι πνιγμένοι ως το λαιμό ς' το χρέος… ψόφιαις ψείραις, χειρότερα απ' εμένα, κ' η τζέπαις τους είναι γεμάταις τζαγανοπόδαρα… ωφ!!. ας κουρεύωνται αυτά…τώρα 'πού πεινώ, τίνα φάγω; (κτυπώσα τας χείρας κράζει.) Χάιδω, ε, Χάιδω… (κουφάθηκε…) Χάιδω…
Χάι. Ορίστ', τώρα για.
Ανθ. Έλα δα καϊμένη, μεσημέρι γένηκε…
Χάι. Μηγάρ 'γώ σ' γείπα να σκωθής τώρ' απέ το γύπνο;
Ανθ. Πολύ εκαθήσαμε απόψε…
Χάι. Αμ' κείν' τα διαβλόχαρτα, κ' η μπριλίνες, τα γέλοια, και τα σφαλίκια πού σας 'φίνουν να κοιμθήτε; γώ μοναχά κάθουμ' ούλ' τη νύχτα και μαργώνω σαν το σκλ'… σεις τι ντέρτ' εχέτε!..
Ανθ. Άφησαί τα τώρ' αυτά… πεινώ… τι μ' έχεις να φάγω;
Χάι. Τίπτα….
Ανθ. Ύστερα;
Χάι. Ύστρα σαν και πρώτα… φέρ' τάλλαρ' να σ' φέρ' να φας…
Ανθ. Παραδάκι δεν έχω καϊμένη, μόνε πάρε τίποτε βερεσιέ..
Χάι. Δεν πάγ' να σ' φέρ πγια βιρισγιέ, βιρισγιέ… δε μ' δίν' πγια κανείς… και πάσα γένας γυρεύ' το δκό του.
Ανθ. Έλα τώρα, πήγαινε να με πάρης μισή οκά μπογάτζα, και εκατό δράμια ζάχαρι, και πες τους αύριο τους πληρόνω…
Χάι, Ωχ…. δε μ' δίνουν…. για γώ παγαίν'…
Ανθ. Πήγαινε Χάιδω μου, να σε χαρώ…
Χάι. Τι να μ' χαρής, και να σ' χαρώ; μ' έφκιασες ρόιδο, 'φτά χρόνια τώρ'…
Ανθ. Αίδε τώρα, κ' έχει ο Θεός…
Χάι. СКАЧАТЬ